Με μια σειρά απροσδόκητων κινήσεων μέσα στη χρονιά, ο Σκοτ Μπέσεντ έχει αναδειχθεί στον πιο παρεμβατικό υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ στις χρηματοπιστωτικές αγορές εδώ και δεκαετίες, θέτοντας σε δοκιμασία την αξιοπιστία του σε μια προσπάθεια να ανακόψει την ενδεχομένως επιζήμια άνοδο του κόστους δανεισμού των ΗΠΑ.
Η τελευταία έκπληξη ήρθε την Τετάρτη. Μόλις δύο εβδομάδες μετά τη δημοσιοποίηση του προγράμματος επαναγοράς παλαιότερων αμερικανικών κρατικών τίτλων, το υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε ότι θα υπερδιπλασιάσει τουλάχιστον τις προγραμματισμένες αγορές υφιστάμενου χρέους διάρκειας από 10 έως 30 έτη.
Η κίνηση ακολούθησε την απόφαση του υπουργείου νωρίτερα αυτόν τον μήνα να αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο μείωσης των εκδόσεων μακροπρόθεσμου χρέους. Στις 31 Ιουλίου, μάλιστα, υπό την εποπτεία του Μπέσεντ, οι αμερικανικές αρχές πραγματοποίησαν τις πρώτες αγορές γεν εδώ και τρεις δεκαετίες, σε μια παρέμβαση που θεωρήθηκε ότι περιόρισε την ανάγκη της Ιαπωνίας να πουλήσει αμερικανικά κρατικά ομόλογα προκειμένου να χρηματοδοτήσει δικές της αγορές του ιαπωνικού νομίσματος.
Νωρίτερα μέσα στη χρονιά, ο Μπέσεντ είχε χρησιμοποιήσει και τα λεγόμενα «rate checks», τηλεφωνικές επικοινωνίες των αρχών με τράπεζες για τη λήψη τιμών στο γεν, αιφνιδιάζοντας ακόμη και πρώην Ιάπωνα αξιωματούχο.
«Είναι παρεμβατικός, απολύτως», δήλωσε ο Μαρκ Σόμπελ, πρώην αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών και σήμερα στέλεχος του ερευνητικού οργανισμού OMFIF. «Παραπέμπει στο παρελθόν του στα hedge funds».
Όσο για το κίνητρο, σύμφωνα με τον ίδιο, «μου φαίνεται ξεκάθαρο ότι τόσο ο ίδιος όσο και η κυβέρνηση ανησυχούν για την άνοδο των μακροπρόθεσμων αποδόσεων».
Ως επικεφαλής της οικονομικής πολιτικής και θεματοφύλακες των χρηματοπιστωτικών αγορών της χώρας, οι υπουργοί Οικονομικών των ΗΠΑ έχουν συχνά αναγκαστεί να παρεμβαίνουν σε περιόδους κρίσης.
Αυτή τη φορά, όμως, δεν υπάρχει κάποια απότομη κατάρρευση στην αγορά ομολόγων. Το selloff εξελίσσεται συντεταγμένα εδώ και μήνες.
Η αντίδραση του Μπέσεντ αφότου η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου — την οποία ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει βασικό χρηματοοικονομικό δείκτη αναφοράς — ξεπέρασε τα επίπεδα στα οποία βρισκόταν πριν επιστρέψει ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, αποκαλύπτει όμως την αυξανόμενη ανησυχία στην Ουάσιγκτον.
Η άνοδος των αποδόσεων τροφοδοτείται από έναν συνδυασμό ανησυχιών για τον πληθωρισμό, την πολιτική της Federal Reserve και τα υπερμεγέθη δημοσιονομικά ελλείμματα. Παράλληλα, διατηρεί υψηλά τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων και δημιουργεί εμπόδια για την οικονομική ανάπτυξη, λίγους μήνες πριν από τις εκλογές του Νοεμβρίου για το Κογκρέσο.
Σύμφωνα με τον στρατηγικό αναλυτή Μπρένταν Φέιγκαν, σε συνδυασμό με την προθυμία της κυβέρνησης να παρεμβαίνει και σε άλλα μέτωπα, το μήνυμα της τελευταίας κίνησης είναι πλέον δύσκολο να αγνοηθεί: η Ουάσιγκτον αισθάνεται ολοένα μεγαλύτερη δυσφορία για τα μηνύματα που εκπέμπει το μακροπρόθεσμο τμήμα της καμπύλης αποδόσεων.
Οι αγορές γνωρίζουν πλέον ότι αυτή η ενόχληση υπάρχει — και τα σημεία πίεσης έχουν την τάση να επανέρχονται.
Στη διαχείριση των εκδόσεων χρέους, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ακολουθεί εδώ και χρόνια την αρχή του «regular and predictable», δηλαδή ότι οι κινήσεις του πρέπει να είναι τακτικές και προβλέψιμες και να μην αιφνιδιάζουν τους επενδυτές.
Πρόκειται για μια αρχή την οποία είχε υποστηρίξει και ο ίδιος ο Μπέσεντ σε κεντρική ομιλία του σε συνέδριο για την αγορά κρατικών ομολόγων τον Νοέμβριο.
Στην ίδια ομιλία, ωστόσο, είχε πει και κάτι ακόμη: «Η δουλειά μου είναι να είμαι ο κορυφαίος πωλητής ομολόγων της χώρας. Και οι αποδόσεις των Treasuries αποτελούν ισχυρό βαρόμετρο για τη μέτρηση της επιτυχίας σε αυτή την αποστολή».
Είχε επίσης υπογραμμίσει την οικονομική σημασία των χαμηλότερων αποδόσεων των αμερικανικών κρατικών τίτλων.
«Πηγαίνει κόντρα στο “τακτικά και προβλέψιμα”, αλλά αυτός είναι ο κόσμος στον οποίο ζούμε», δήλωσε ο Γκρέγκορι Φαρανέλο, επικεφαλής διαπραγμάτευσης και στρατηγικής αμερικανικών επιτοκίων στην AmeriVet Securities, σχολιάζοντας την ανακοίνωση της Τετάρτης.
Το μήνυμα, όπως είπε, είναι ξεκάθαρο: «Σταματήστε την άνοδο των αποδόσεων».
Η προκάτοχος του Μπέσεντ, Τζάνετ Γέλεν, είχε επίσης κάνει κινήσεις για να περιορίσει την άνοδο των αποδόσεων το 2023. Τότε, η παρέμβαση είχε πραγματοποιηθεί μέσω της τακτικής τριμηνιαίας ανακοίνωσης για τις εκδόσεις χρέους.
Ο Μπέσεντ ήταν μεταξύ των Ρεπουμπλικανών που είχαν επικρίνει την κίνηση της Γέλεν ως πολιτικά υποκινούμενη και σχεδιασμένη για να ενισχύσει την οικονομία ενόψει των εκλογών.
Ο Στίβεν Μίραν, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του Προέδρου Τραμπ και πρώην μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Fed, είχε συνυπογράψει τον Ιούλιο του 2024 με τον Νουριέλ Ρουμπινί μελέτη κατά της λεγόμενης «Activist Treasury Issuance» (ATI), δηλαδή της ενεργητικής χρησιμοποίησης των εκδόσεων του υπουργείου Οικονομικών ως εργαλείου πολιτικής.
«Μόλις ένα πολιτικό κόμμα αρχίσει να χρησιμοποιεί την ATI για να τονώσει την οικονομία κατά την προεκλογική περίοδο, μπορεί να χρησιμοποιείται επανειλημμένα από όλες τις μελλοντικές κυβερνήσεις», είχαν γράψει.
Η σημερινή παρέμβαση του υπουργείου έρχεται επίσης μόλις λίγες εβδομάδες αφότου ο Πρόεδρος της Fed Κέβιν Γουόρς είχε εκφράσει την ικανοποίησή του για την απομάκρυνση των χρηματοπιστωτικών αγορών από το forward guidance.
Όπως είχε χαρακτηριστικά δηλώσει, «οι συμμετέχοντες στην αγορά μαθαίνουν να παίζουν την μπάλα και όχι τον διαιτητή», αφήνοντας τις τιμές να ανταποκρίνονται ελεύθερα στις εκτιμήσεις των επενδυτών.
Ο Μπέσεντ είχε εκφράσει στο παρελθόν παρόμοια άποψη, γράφοντας ότι οι αγορές ομολόγων από τη Fed είχαν προκαλέσει «στρεβλώσεις» στις αγορές και είχαν διαταράξει μια ουσιώδη πηγή πληροφόρησης και ανατροφοδότησης.
Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Μπραντ Σέτσερ, senior fellow στο Council on Foreign Relations, «αυτή δεν είναι μια κυβέρνηση που θέτει σταθερούς κανόνες και στη συνέχεια αφήνει την αγορά να αποφασίσει μόνη της».
Ο 63χρονος Μπέσεντ έγινε γνωστός για τον ρόλο του σε ιδιαίτερα επιτυχημένα και υψηλού ρίσκου στοιχήματα στη βρετανική στερλίνα και το ιαπωνικό γεν, όταν εργαζόταν για τον Τζορτζ Σόρος.
Ορισμένοι συμμετέχοντες στις αγορές θεωρούν ότι η τελευταία κίνησή του αντλεί στοιχεία από εκείνη την περίοδο της καριέρας του.
«Είναι σαν το παλιό κόλπο “αγοράζω ό,τι υπάρχει στην οθόνη”», δήλωσε ο Μπραντ Γκόλντινγκ, διαχειριστής χαρτοφυλακίου στην Christofferson Robb & Co.
Πρόκειται για αναφορά σε μια τεχνική των hedge funds, κατά την οποία μεγάλοι dealers δέχονται ταυτόχρονα εντολές, με στόχο να προκληθεί ισχυρή κίνηση στην αγορά.
Οι υπουργοί Οικονομικών των ΗΠΑ έχουν μακρά παράδοση μεγάλων παρεμβάσεων σε περιόδους κρίσεων. Το υπουργείο διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο κατά την πανδημία της Covid-19, διαχειρίστηκε το βασικό πρόγραμμα διάσωσης κατά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και πρωταγωνίστησε σε αρκετές διασώσεις αναδυόμενων οικονομιών τη δεκαετία του 1990.
Η διαφορά με τον Μπέσεντ, σύμφωνα με ορισμένους αναλυτές, είναι ότι οι σημερινές κινήσεις του δεν πραγματοποιούνται σε συνθήκες κρίσης ή αποδιοργάνωσης των αγορών.
«Ο Μπέσεντ γνωστοποιεί σε όλους ότι η προσέγγισή του είναι περισσότερο ενεργητικά παρεμβατική, ακόμη και χωρίς τον καταλύτη που θα απαιτούνταν τις προηγούμενες δεκαετίες», δήλωσε ο Ντάγκλας Ρέντικερ, managing partner της International Capital Strategies στην Ουάσιγκτον.
Ο Σόμπελ, ο οποίος υπηρέτησε στο υπουργείο Οικονομικών από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 έως το 2015, θεωρεί ότι ο Μπέσεντ είναι τουλάχιστον ο πιο παρεμβατικός υπουργός από τις αρχές της δεκαετίας του 2000.
Οι ιστορικές συγκρίσεις με πρόσωπα όπως ο Τζέιμς Μπέικερ — ο οποίος συνέβαλε στη διαμόρφωση των Συμφωνιών της Plaza και του Louvre τη δεκαετία του 1980, επηρεάζοντας σημαντικά τις συναλλαγματικές ισοτιμίες — είναι δύσκολες, καθώς οι ιστορικές συνθήκες διαφέρουν σημαντικά.
Πολλοί επενδυτές και οικονομολόγοι υπογραμμίζουν, πάντως, ότι τα θεμελιώδη αίτια πίσω από τις σημερινές υψηλότερες αποδόσεις δύσκολα μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με τα επιχειρησιακά εργαλεία του υπουργείου Οικονομικών.
Με δύο μήνες να απομένουν μέχρι το τέλος του οικονομικού έτους, το δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ για το 2026 έχει ήδη φτάσει τα 1,8 τρισ. δολάρια, αυξημένο κατά 5% σε σχέση με πέρυσι.
Οι δαπάνες ενισχύονται από την Κοινωνική Ασφάλιση, τα Medicare και Medicaid, αλλά και από τους τόκους εξυπηρέτησης του χρέους. Παράλληλα, οι αμυντικές δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί εξετάζουν νέες φορολογικές μειώσεις.
«Αντί να αντιμετωπίζει το υποκείμενο πρόβλημα, δηλαδή να μειώσει το χρέος και να περιορίσει το δημοσιονομικό έλλειμμα, προσπαθεί να χειραγωγήσει την καμπύλη αποδόσεων», δήλωσε ο Ρόμπιν Μπρουκς, senior fellow στο Brookings Institution.
Ο Μπέσεντ έχει δείξει, ωστόσο, ότι πιστεύει στη δυνατότητα της κυβέρνησης να επηρεάζει τις αγορές.
Μιλώντας τον περασμένο μήνα για τις συμμετοχές της κυβέρνησης Τραμπ σε σειρά εταιρειών τεχνολογίας και φυσικών πόρων, είχε δηλώσει: «Αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε είναι να δημιουργήσουμε σήματα προς την αγορά».
Σε συνέντευξή του στο Fox Business είχε εξηγήσει τη λογική ως εξής: «Ουσιαστικά προσπαθούμε να πούμε στους επενδυτές: εντάξει, προς τα εκεί κατευθύνεται το παιχνίδι. Κινηθείτε γρήγορα προς τα εκεί».
Και οι επενδυτές πράγματι κινήθηκαν.
Η απόδοση του 10ετούς Treasury υποχώρησε περίπου κατά 6 μονάδες βάσης στις απογευματινές συναλλαγές στη Νέα Υόρκη, ενώ η απόδοση του 30ετούς μειώθηκε σχεδόν κατά 9 μονάδες βάσης.
«Αυτό λειτουργεί μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα», προειδοποίησε ο Γκάι Μίλερ, επικεφαλής στρατηγικής της Zurich Insurance. Μια παρέμβαση μπορεί να είναι αρκετά ισχυρή όταν το υπουργείο Οικονομικών δείχνει ξεκάθαρα ότι είναι αποφασισμένο να δράσει. «Αλλά τελικά, εάν δεν αντιμετωπιστεί η υπερβολικά επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, δεν είναι βιώσιμο επ’ αόριστον».
Όσο για την παρέμβαση του Μπέσεντ στο γεν, το ιαπωνικό νόμισμα έχει χάσει αυτόν τον μήνα μέρος των κερδών που είχε καταγράψει μετά την παρέμβαση. Ωστόσο, η πτώση των αποδόσεων των Treasuries την Τετάρτη έδωσε νέα ώθηση στο γεν.
Η υποχώρηση των αμερικανικών επιτοκίων έστειλε παράλληλα τον Bloomberg Dollar Spot Index στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών μηνών.
«Έχει επιλέξει να δώσει μάχη με δύο τεράστιες αγορές — τα Treasuries και το συνάλλαγμα», δήλωσε ο Πίτερ Μπούκβαρ, επικεφαλής επενδύσεων της Onepoint Bfg.
«Και αυτή είναι μια πραγματικά δύσκολη μάχη».
Διαβάστε επίσης
Samsung: Ετοιμάζει επιστροφές «μαμούθ» $72 δισ. στους μετόχους – Απάντηση στην SK Hynix
Ένσημα πριν το 2002: Πώς θα βρείτε τα «χαμένα» χρόνια ασφάλισης στον ΕΦΚΑ
Τράπεζες: Η Gen Z εκπαιδεύει τα στελέχη στην AI – Η μεγάλη αλλαγή στα internships
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
MRS MEDIA GROUP
Μέγαρο Σανταρόζα, ΤΚ 10564, Αθήνα
info@onlinetoday.gr
2024 © Online Today. All Rights Reserved.