Η αναφορά του πρωθυπουργού, στο χθεσινό του διάγγελμα του προς τον ελληνικό λαό, στο ασυμβίβαστο βουλευτή-υπουργού, σε αυτό αποσκοπούσε και εν μέρει τουλάχιστον τα κατάφερε, αφού με αυτό τον τρόπο έδωσε «τροφή» για να ξεκινήσει μια τέτοια επί της ουσίας ανούσια συζήτηση και να ξεφύγει έστω και πρόσκαιρα η κουβέντα από τα τεράστια σκάνδαλα στα οποία φέρεται να εμπλέκονται δεκάδες βουλευτές και υπουργοί του κόμματος του.
Και βέβαια, παράλληλα, υποβάθμισε τα σκάνδαλα που ταλανίζουν την ελληνική κοινωνία και υποβαθμίζουν το κράτος δικαίου, εμφανιζόμενος ως «ανίδεος» για το τι συμβαίνει μέσα στην ίδια του την κυβέρνηση, μέσα στο ίδιο του το κόμμα, αλλά και δήθεν αποφασισμένος να μετατρέψει την Ελλάδα σε σύγχρονο Ευρωπαϊκό κράτος με «όπλο» τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό για να αντιμετωπιστεί η μικρή ή μεγαλύτερη διαφθορά όπου υπεισέρχεται ανθρώπινος παράγοντας.
Λόγια του αέρα και τίποτα περισσότερο. Ο ανθρώπινος παράγοντας υπεισέρχεται παντού, ιδιαίτερα όταν βρίσκεται στις δομές της εξουσίας. Το πρόβλημα λοιπόν βρίσκεται ξεκάθαρα στο ποιος κυβερνά αυτή τη χώρα. Και ο σημερινός πρωθυπουργός κρατάει το «τιμόνι» της εξουσίας επτά χρόνια και δυστυχώς η Ελλάδα βρίσκεται σε χειρότερη κατάσταση από όταν ανέλαβε τα «ηνία» παρά το γεγονός των δέκα πέτρινων χρόνων των μνημονίων.
Πρόκειται για την πεμπτουσία του «επιτελικού» κυνισμού. Την ώρα που η κοινωνία βοά για τις κυβερνητικές εκτροπές και την κατάρρευση των θεσμικών αντιβάρων, το Μαξίμου επιλέγει να σερβίρει ξαναζεσταμένη «θεσμική» τροφή για να καλύψει το ηθικό έλλειμμα των πεπραγμένων του.
Η επίκληση του ασυμβίβαστου βουλευτή-υπουργού δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα επικοινωνιακό πυροτέχνημα, μια προσπάθεια να πειστεί ο πολίτης πως το πρόβλημα είναι η δομή του πολιτεύματος και όχι η ποιότητα της διακυβέρνησης.
Είναι όμως πλέον φανερό πως η διαφθορά δεν είναι ένα τεχνικό σφάλμα του συστήματος που θα λυθεί με έναν αλγόριθμο, αλλά μια συνειδητή πολιτική επιλογή προστασίας των «ημετέρων».
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει αναγάγει την άρνηση της πραγματικότητας σε επίσημη κρατική πολιτική. Όταν τα σκάνδαλα αγγίζουν τον πυρήνα της παράταξης, επιστρατεύεται η θεωρία του «μεμονωμένου περιστατικού» ή ο ψηφιακός λουστραρισμένος εκσυγχρονισμός.
Όμως η δημοκρατία δεν εκσυγχρονίζεται με apps και πλατφόρμες, όταν την ίδια στιγμή το κράτος δικαίου υποσκάπτεται από την έλλειψη λογοδοσίας. Η απόσταση ανάμεσα στο «ευρωπαϊκό προσωπείο» που πλασάρει ο πρωθυπουργός στο εξωτερικό και την οπισθοδρομική, σχεδόν καθεστωτική νοοτροπία που επιδεικνύει στο εσωτερικό, έχει γίνει πλέον χαώδης.
Δεν είναι απλώς ανικανότητα, είναι μια στρατηγική επιλογή αποδόμησης της πολιτικής εμπιστοσύνης. Με το να μεταθέτει την ευθύνη στον «ανθρώπινο παράγοντα», ο κ. Μητσοτάκης προσπαθεί να βγάλει τον εαυτό του από το κάδρο των ευθυνών, λες και ο ίδιος δεν είναι ο αρχιτέκτονας αυτού του συστήματος εξουσίας. Η Ελλάδα της «αριστείας» κατέληξε η Ελλάδα της συγκάλυψης και των ανισοτήτων, όπου η μόνη ψηφιακή μετάβαση που πέτυχε πλήρως είναι η ψηφιοποίηση της προπαγάνδας.
Ο κόσμος της εργασίας, η νεολαία και η μεσαία τάξη που βλέπουν το εισόδημά τους να εξανεμίζεται και τους θεσμούς να απαξιώνονται, δεν αρκούνται πια σε διαγγέλματα-πυροτεχνήματα. Η μπάλα μπορεί να πήγε στην εξέδρα, αλλά το παιχνίδι της αξιοπιστίας έχει ήδη χαθεί για την κυβέρνηση. Η πολιτική αλλαγή δεν είναι πλέον ένα αίτημα της αντιπολίτευσης, αλλά μια επιτακτική ανάγκη για την ίδια την επιβίωση της κοινωνικής συνοχής και της δημοκρατικής ομαλότητας.



